cigars.gr
cigars.gr

Φωτογραφίες
Slideshow

Δείτε όλες μας τις φωτογραφίες


Περί Πούρων

Τα πάντα για τα πούρα.

Ιστορική αναδρομή και πολλές χρήσιμες πληροφορίες διαθέσιμες για εσάς.


Δείτε Περισσότερα


 


Κόστα Ρίκα - 1ο

Επόμενος σταθμός : Κόστα Ρίκα. Πρωί – πρωί πήγαμε στο αεροδρόμιο όπου θα πετούσαμε μέσω Μαιάμι.Στο Μαϊάμι είχαμε μια αναμονή 2-3 ώρες κι επειδή είχα μείνει μ’ένα τσιγάρο σκέφτηκα να αγοράσω ένα πακέτο. Δεν αγόρασα όμως! Η τιμή που μου ζήτησαν ήταν 10,5 δολάρια. Ευτυχώς βέβαια γιατί μόλις προσγειωθήκαμε στο Σαν Χοσέ (την πρωτεύουσα) βρεθήκαμε προ ευχάριστης έκπληξης: το duty free είναι όταν μπαίνεις στη χώρα και είναι ο παράδεισος του καπνιστή και του πότη. 12,5 δολάρια η κούτα Kent και γύρω στα 15 δολάρια τα ουίσκι. Αφού κάναμε τις προμήθειές μας βγήκαμε για να πάρουμε ταξί. Δεν θα το πιστέψετε! Ήρθε ο προϊστάμενος του ταξιτζή, πήρε τα στοιχεία μας, ρώτησε τον προορισμό μας έγραψε τον αριθμό του διαβατηρίου μας και μας είπε και το ποσό της διαδρομής.

 

Ο αέρας ήταν δροσερός και επιτέλους όχι υγρός και αποπνικτικός. Μετά από πέντε μέρες μπορούσαμε να αναπνεύσουμε ελεύθερα. Το Σαν Χοσέ είναι μια φτωχή πόλη με πολλές παράγκες στην περιφέρεια. Το ξενοδοχείο Presidente ήταν σε πολύ καλό σημείο και γι’ αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω όλο αυτό τον κόσμο που γράφει reviews στα ταξιδιωτικά sites ( Εμείς χρησιμοποιήσαμε το Orbitz , όπως πάντα για τα ξενοδοχεία ) . Αφού αφήσαμε τα πράγματα, βγήκαμε για μια βόλτα στον κατάμεστο εμπορικό δρόμο. Τα καταστήματα μου θύμιζαν Ελλάδα τη δεκαετία του 70 αλλά οι τιμές ήταν Ελλάδα του 2010. Παντού υπήρχαν αστυνομικοί για προφανείς λόγους.

 

Εν τω μεταξύ, ο καιρός άρχιζε να αλλάζει και άρχισε η απαραίτητη βροχή που τόσο μου είχε ‘λείψει’ . Καταλήξαμε σε ένα εστιατόριο που είχε πολύ χαμηλές τιμές για τα δεδομένα Νέας Ορλεάνης αλλά και Ελλάδας. Ο σερβιτόρος, ένα νεαρό παιδί ο Walter,ξετρελάθηκε με ένα αναπτήρα του κακού που τον είχε αγοράσει στην έκθεση και ρώτησε πόσο έκανε για να τον πάρει. Του είπαμε ότι επειδή δεν είχαμε άλλον αναπτήρα μαζί μας θα του τον δίναμε την επόμενη φορά. Μου έκανε εντύπωση πόσο ήθελε ένα αναπτήρα των 2 ευρώ όταν στην Ελλάδα τους χάνουμε ή τους ξεχνάμε οπουδήποτε χωρίς δεύτερη σκέψη. (Όπως καταλάβατε στο εστιατόριο καπνίζαμε.)

 

Το βράδυ είπαμε να πάμε για ένα ποτό σε ένα κλαμπ που μας φάνηκε αξιοπρεπές και κυριλέ. Ο πορτιέρης μας ζήτησε διαβατήρια παρακαλώ (που δεν είχαμε μαζί μας) για να μας επιτρέψει την είσοδο και αμέσως σκεφτήκαμε τι σοβαρό κλαμπ είναι αυτό. Την πρώτη ώρα ήμασταν εμείς και οι σερβιτόρες αλλά μετά άρχισαν σιγά-σιγά να καταφθάνουν κυρίες με πολύ προκλητικό ντύσιμο και φυσικά οι σερβιτόρες δε ρωτούσαν τι θα πιουν γιατί απλά περίμεναν κάποιο ευγενικό κύριο να τις κεράσει. Κατά τις έντεκα η κατάσταση ήταν πλέον εμφανής – γινόταν παιγνίδι εκεί μέσα - κι εμείς ήμασταν σαν τη μύγα μες το γάλα. Έτσι αποχωρήσαμε αξιοπρεπώς .

Την άλλη μέρα το πρωί πήγαμε να πάρουμε το νοικιασμένο αυτοκίνητο από τη Budget. Όσο πιο τριτοκοσμική είναι η χώρα, τόσο πιο σκληροί είναι οι όροι. Τέλος πάντων, πήραμε ένα ολοκαίνουριο yaris που υπέφερε πολλά! Ξεκινήσαμε αμέσως για Alajuela, το μέρος όπου ο Ρούντι έχει το εργοστάσιό του με πούρα . Η brand λέγεται Vegas De Santiago , και δουλεύουμε με αυτά τα πούρα από το 2006. Το βρήκαμε σχετικά εύκολα. Ο Ρούντι είναι ένας ευγενέστατος ηλικιωμένος κύριος που έχει να πατήσει στη Γερμανία απ’ όπου και κατάγεται 57 χρόνια. Ήταν ο πρώτος Γερμανός που πραγματικά συμπάθησα. Αφού μας ξενάγησαν στο εργοστάσιο (μικρό αλλά οργανωμένο με ανθρώπινες συνθήκες για τους εργαζόμενους) πήγαμε να φάμε σ’ ένα μέρος που μας πρότειναν ο Ρούντι και η γυναίκα του. Ύστερα από παρότρυνση των οικοδεσποτών μας, μου ήρθαν πάλι οι λαμπρές ιδέες για μια βόλτα στους καταρράχτες που δεν θυμάμαι τώρα το όνομα. Ο κακός (δεν τον έχω βγάλει τυχαία έτσι) έδωσε τα ρέστα του. Ο δρόμος μέχρι τους καταρράχτες ήταν ποδαρόδρομος φυσικά, κακοτράχαλος και δυστυχώς για μένα φορούσα τακούνια. Ο καλός οδηγός του Ρούντι, Μιγκέλ, ήταν το στήριγμά μου σ’ εκείνη τη διαδρομή αφού ο κακιασμένος είχε φύγει επίτηδες μπροστά και χαιρόταν με την αγωνία μου μην πέσω ή μην παραπατήσω . Να μην πολυλογώ, το θέαμα μας αποζημίωσε αν και στην Ελλάδα πιστεύω έχουμε πολύ ωραιότερους καταρράχτες με πεντακάθαρα νερά.

 

Ευτυχώς για μένα το άλλο πρωί ξεκίνησε η καθαρά τουριστική περίοδος. Όχι πούρα, όχι εργοστάσια. ‘Αλλωστε όλοι χρειαζόμαστε μια μικρή περίοδο αποτοξίνωσης από όλα που μας απασχολούν όλον τον υπόλοιπο χρόνο . Ο απαραίτητος σύμμαχός μας ήταν ο καιρός (πάντα βροχερός) και σκεφτήκαμε να πάμε εκεί που ήδη είχαμε αποφασίσει από την Ελλάδα, στο Puerto Viejo που είναι στα σύνορα με Παναμά. Ταξιδεύαμε για αρκετές ώρες και κατά τις τέσσερις φτάσαμε στον προορισμό μας με απίστευτη βροχή. Είχαμε τσεκάρει στο Internet ένα ωραίο ξενοδοχείο, το La Perla Negra, που ποτέ δεν καταφέραμε να βρούμε. Κάποια στιγμή, απηυδισμένοι από τη βροχή, βρήκαμε ένα ξενοδοχείο που λεγόταν Agapi. Επειδή μας έκανε κλικ το όνομα, μπήκαμε να ρωτήσουμε (όχι ότι είχαμε και πολλές επιλογές λόγω καιρού). Μάθαμε ότι το έχει ένας Έλληνας, μάλιστα Έλληνας σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από το Θεό και μείναμε. Το Agapi apartments δεν υπάρχει στο Internet. Δεν είναι τέλειο. Βρίσκεται όμως μέσα στην άγρια φύση της Κόστα Ρίκα με ό,τι αυτό συνεπάγεται (θα δείτε γιατί το λέω αυτό). Το βράδυ της ίδιας μέρας(πάντα με βροχή) είπαμε να πάμε για καμιά μπύρα. Το μπαρ που πήγαμε ήταν επιεικώς άθλιο. Παντού μεθυσμένοι και μαστουρωμένοι Αμερικάνοι ή Άγγλοι που μας σκουντούσαν στην πρώτη ευκαιρία.

 

Ευτυχώς όμως ξημέρωσε μια υπέροχη και εντελώς διαφορετική ημέρα. Ήλιος, καταγάλανος ουρανός και η ευκαιρία μου να μαυρίσω. Ο κακός ήταν κλεισμένος στο δωμάτιο επειδή φοβόταν για τα χρήματα που είχαμε. Η Κόστα Ρίκα δεν είναι και το πιο ασφαλές μέρος του κόσμου.Ειδικά στο Puerto Viejo ακούσαμε απίστευτες ιστορίες εγκληματικής τρέλλας; Τέλος πάντων, όταν αποφάσισε να έρθει στην πισίνα και μιλήσαμε, βρεθήκαμε μπροστά σε μια ευχάριστη έκπληξη: μια πελάτισσα του ξενοδοχείου ήταν Ελληνίδα, η Βίβιαν, η οποία φιλοξενούταν από μια άλλη Ελληνίδα, τη Μέρσα, ανιψιά του ιδιοκτήτη. Καταλαβαίνετε τη χαρά μας να βρούμε δυο Ελληνίδες στη μέση του πουθενά. Το βράδυ της ίδιας μέρας πήγαμε σ’ ένα άλλο μπαρ στο κέντρο του Puerto Viejo, πάντα με την απαραίτητη συνοδεία της βροχής. Πήραμε δυο μπύρες κι επειδή ήταν λίγο αργά συνέβη το ανεκδιήγητο: Η σερβιτόρα έχυσε τη μπύρα μου στο ποτήρι του κακού και πήρε το μπουκάλι χωρίς να ρωτήσει επειδή λέει ότι το μαγαζί θα έκλεινε και έπρεπε να μαζέψει . Με κάτι τέτοια περιστατικά πεθυμάς την Ελλάδα .

 

Την επόμενη μέρα, επισκεφτήκαμε μια κοντινή παραλία, την Cocles, όπου και νοστάλγησα την Ελλάδα. Η παραλία ήταν υπέροχη με λευκή άμμο και φοίνικες, αλλά τα κύματα ήταν τεράστια (Ατλαντικός βλέπετε). Ο κακός, καλά να πάθει, κατακάηκε για μια ώρα στον ήλιο και θύμιζε αστακό. Το βράδυ βγήκαμε με τις φίλες μας τις Ελληνίδες κι επειδή ήξεραν καλύτερα από εμάς τα κατατόπια, πήγαμε σ’ ένα μπαρ όπου και η μουσική ήταν καλή , και ζωντανή . Εκεί γνωρίσαμε απίστευτους ανθρώπους , ντόπιους και ξένους . Γενικά αυτό που με εκπλήσσει είναι πόσοι άνθρωποι αποφασίζουν να αλλάξουν πατρίδα , σε ένα βράδυ , και πόσοι αναζητούν την απλότητα μεταναστεύοντας και πηγαίνοντας να ζήσουν σε μια χώρα λιγότερο αναπτυγμένοι από την δική τους . Γνώρισα καναδούς , Γερμανούς , Αμερικάνους , σε ένα βράδυ που έτσι απλά αποφάσισαν να συνεχίσουν την ζωή τους στον τόπο της Κόστα Ρίκα.

 

Έλα όμως που άρχιζαν να με ζώνουν οι εξερευνητικές μου προθέσεις και πίεζα τον κακό να φύγουμε για να δούμε και κάποιο άλλο μέρος. Συγκεκριμένα ήθελα να πάμε στο Manuel Antonio που πρέπει να είναι το κάτι άλλο. Δυστυχώς όμως το Internet ήταν απόλυτο: οι καιρικές συνθήκες σε όλη τη χώρα ήταν άθλιες, καταιγίδες παντού και μόνο στην πλευρά του Ατλαντικού που ήμασταν εμείς ήταν κάπως καλύτερα.

 

Εχοντας αποδεχτεί τη μοίρα μου ότι δεν θα έβλεπα άλλο μέρος, συναντήσαμε τον ιδιοκτήτη. Μένει μόνιμα εκεί κι έρχεται στην Ελλάδα μια φορά το χρόνο. Κι επειδή κάθε κουβέντα γίνεται για καλό, μας πρότεινε να μη φύγουμε από το Puerto Viejo αν δε δούμε το Tortuguerro. Είναι ένα τροπικό δάσος με πολλά ποτάμια όπου σφύζει η πανίδα και η χλωρίδα. Η βόλτα έγινε με ένα ταχύπλοο. Ο οδηγός ήταν πολύ κατατοπιστικός. Εκεί είδα για πρώτη φορά τους βραδύποδες, είδος πιθήκων που κρέμονται σ’ ένα κλαδί ακίνητοι επί ώρες καθώς και κροκόδειλους στο φυσικό τους περιβάλλον. Σου προκαλούν δέος και δε μπορείς να μη σκεφτείς το ενδεχόμενο να τουμπάρει η βάρκα και να βρεθείς στα σαγόνια τους.

 

Η θαλάσσια αυτή βόλτα μας στοίχισε περίπου 50 USD το άτομο . Έχοντας γυρίσει χώρες και χώρες , πιστεύω ότι είναι απο τα πράγματα που πρέπει να κάνει ένας ταξιδευτής .

 

Το βράδυ αποφασίσαμε να φύγουμε παρά το κακό Internet και ό,τι ήθελε προκύψει. Η αποχαιρετιστήρια μπαρότσαρκα μας οδήγησε σ΄ ένα μπαρ όπου οι τύποι έπαιζαν μουσική από το YouTube κι όταν έμαθαν από πού είμαστε μας έβαλαν το Ζορμπά. Η συγκίνηση είναι πολύ μεγάλη να είσαι δεκαπέντε ώρες μακριά με το αεροπλάνο και να ακούς ελληνική μουσική. Αργά το βράδυ φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Ενώ πηγαίναμε ανέμελοι να μπούμε στο δωμάτιο, ο κακός έκανε βίαιη οπισθοχώρηση. Έξω από την πόρτα ήταν κουλουριασμένο ένα φίδι. Εγώ, σαν παιδί της πόλης δεν είμαι εξοικειωμένη με φίδια, έτρεξα αμέσως να φωνάξω τον Μάριο. Ο Μάριο ήταν ο ένοπλος φρουρός του ξενοδοχείου, πρώην Σαντινίστας από τη Νικαράγουα. Ευτυχώς κατάλαβε που του φώναζα αλαφιασμένη ένα συνονθύλευμα γαλλικών και ιταλικών και ήρθε με μια ομπρέλα και το σκότωσε καθησυχάζοντας μας ότι δεν ήταν επικίνδυνο . Εμείς ηρεμήσαμε – με την συνοδεία ενός καλού μπουκαλιού με κρασί . Δεν ξέρω αν ο κακός πίστεψε όλα τα περί μη επικινδυνότητας του φιδιού , εγώ τα πίστεψα . Ο Μάριο το άλλο πρωί μας είπε τελικά την αλήθεια : Το φίδι ήταν άκρως δηλητηριώδες.

 

 

To be continued….

 

 

 

 



αρθρογράφος: Goldy


Κόστα Ρίκα - 1ο

Επόμενος σταθμός : Κόστα Ρίκα. Πρωί – πρωί πήγαμε στο αεροδρόμιο όπου θα πετούσαμε μέσω Μαιάμι.Στο Μαϊάμι είχαμε μια αναμονή 2-3 ώρες κι επειδή είχα μείνει μ’ένα τσιγάρο σκέφτηκα να αγοράσω ένα πακέτο. Δεν αγόρασα όμως! Η τιμή που μου ζήτησαν ήταν 10,5 δολάρια. Ευτυχώς βέβαια γιατί μόλις προσγειωθήκαμε στο Σαν Χοσέ (την πρωτεύουσα) βρεθήκαμε προ ευχάριστης έκπληξης: το duty free είναι όταν μπαίνεις στη χώρα και είναι ο παράδεισος του καπνιστή και του πότη. 12,5 δολάρια η κούτα Kent και γύρω στα 15 δολάρια τα ουίσκι. Αφού κάναμε τις προμήθειές μας βγήκαμε για να πάρουμε ταξί. Δεν θα το πιστέψετε! Ήρθε ο προϊστάμενος του ταξιτζή, πήρε τα στοιχεία μας, ρώτησε τον προορισμό μας έγραψε τον αριθμό του διαβατηρίου μας και μας είπε και το ποσό της διαδρομής.

Ο αέρας ήταν δροσερός και επιτέλους όχι υγρός και αποπνικτικός. Μετά από πέντε μέρες μπορούσαμε να αναπνεύσουμε ελεύθερα. Το Σαν Χοσέ είναι μια φτωχή πόλη με πολλές παράγκες στην περιφέρεια. Το ξενοδοχείο Presidente ήταν σε πολύ καλό σημείο και γι’ αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω όλο αυτό τον κόσμο που γράφει reviews στα ταξιδιωτικά sites ( Εμείς χρησιμοποιήσαμε το Orbitz , όπως πάντα για τα ξενοδοχεία ) . Αφού αφήσαμε τα πράγματα, βγήκαμε για μια βόλτα στον κατάμεστο εμπορικό δρόμο. Τα καταστήματα μου θύμιζαν Ελλάδα τη δεκαετία του 70 αλλά οι τιμές ήταν Ελλάδα του 2010. Παντού υπήρχαν αστυνομικοί για προφανείς λόγους.

Εν τω μεταξύ, ο καιρός άρχιζε να αλλάζει και άρχισε η απαραίτητη βροχή που τόσο μου είχε ‘λείψει’ . Καταλήξαμε σε ένα εστιατόριο που είχε πολύ χαμηλές τιμές για τα δεδομένα Νέας Ορλεάνης αλλά και Ελλάδας. Ο σερβιτόρος, ένα νεαρό παιδί ο Walter,ξετρελάθηκε με ένα αναπτήρα του κακού που τον είχε αγοράσει στην έκθεση και ρώτησε πόσο έκανε για να τον πάρει. Του είπαμε ότι επειδή δεν είχαμε άλλον αναπτήρα μαζί μας θα του τον δίναμε την επόμενη φορά. Μου έκανε εντύπωση πόσο ήθελε ένα αναπτήρα των 2 ευρώ όταν στην Ελλάδα τους χάνουμε ή τους ξεχνάμε οπουδήποτε χωρίς δεύτερη σκέψη. (Όπως καταλάβατε στο εστιατόριο καπνίζαμε.)

Το βράδυ είπαμε να πάμε για ένα ποτό σε ένα κλαμπ που μας φάνηκε αξιοπρεπές και κυριλέ. Ο πορτιέρης μας ζήτησε διαβατήρια παρακαλώ (που δεν είχαμε μαζί μας) για να μας επιτρέψει την είσοδο και αμέσως σκεφτήκαμε τι σοβαρό κλαμπ είναι αυτό. Την πρώτη ώρα ήμασταν εμείς και οι σερβιτόρες αλλά μετά άρχισαν σιγά-σιγά να καταφθάνουν κυρίες με πολύ προκλητικό ντύσιμο και φυσικά οι σερβιτόρες δε ρωτούσαν τι θα πιουν γιατί απλά περίμεναν κάποιο ευγενικό κύριο να τις κεράσει. Κατά τις έντεκα η κατάσταση ήταν πλέον εμφανής – γινόταν παιγνίδι εκεί μέσα - κι εμείς ήμασταν σαν τη μύγα μες το γάλα. Έτσι αποχωρήσαμε αξιοπρεπώς .

Την άλλη μέρα το πρωί πήγαμε να πάρουμε το νοικιασμένο αυτοκίνητο από τη Budget. Όσο πιο τριτοκοσμική είναι η χώρα, τόσο πιο σκληροί είναι οι όροι. Τέλος πάντων, πήραμε ένα ολοκαίνουριο yaris που υπέφερε πολλά! Ξεκινήσαμε αμέσως για Alajuela, το μέρος όπου ο Ρούντι έχει το εργοστάσιό του με πούρα . Η brand λέγεται Vegas De Santiago , και δουλεύουμε με αυτά τα πούρα από το 2006. Το βρήκαμε σχετικά εύκολα. Ο Ρούντι είναι ένας ευγενέστατος ηλικιωμένος κύριος που έχει να πατήσει στη Γερμανία απ’ όπου και κατάγεται 57 χρόνια. Ήταν ο πρώτος Γερμανός που πραγματικά συμπάθησα. Αφού μας ξενάγησαν στο εργοστάσιο (μικρό αλλά οργανωμένο με ανθρώπινες συνθήκες για τους εργαζόμενους) πήγαμε να φάμε σ’ ένα μέρος που μας πρότειναν ο Ρούντι και η γυναίκα του. Ύστερα από παρότρυνση των οικοδεσποτών μας, μου ήρθαν πάλι οι λαμπρές ιδέες για μια βόλτα στους καταρράχτες που δεν θυμάμαι τώρα το όνομα. Ο κακός (δεν τον έχω βγάλει τυχαία έτσι) έδωσε τα ρέστα του. Ο δρόμος μέχρι τους καταρράχτες ήταν ποδαρόδρομος φυσικά, κακοτράχαλος και δυστυχώς για μένα φορούσα τακούνια. Ο καλός οδηγός του Ρούντι, Μιγκέλ, ήταν το στήριγμά μου σ’ εκείνη τη διαδρομή αφού ο κακιασμένος είχε φύγει επίτηδες μπροστά και χαιρόταν με την αγωνία μου μην πέσω ή μην παραπατήσω . Να μην πολυλογώ, το θέαμα μας αποζημίωσε αν και στην Ελλάδα πιστεύω έχουμε πολύ ωραιότερους καταρράχτες με πεντακάθαρα νερά.

Ευτυχώς για μένα το άλλο πρωί ξεκίνησε η καθαρά τουριστική περίοδος. Όχι πούρα, όχι εργοστάσια. ‘Αλλωστε όλοι χρειαζόμαστε μια μικρή περίοδο αποτοξίνωσης από όλα που μας απασχολούν όλον τον υπόλοιπο χρόνο . Ο απαραίτητος σύμμαχός μας ήταν ο καιρός (πάντα βροχερός) και σκεφτήκαμε να πάμε εκεί που ήδη είχαμε αποφασίσει από την Ελλάδα, στο Puerto Viejo που είναι στα σύνορα με Παναμά. Ταξιδεύαμε για αρκετές ώρες και κατά τις τέσσερις φτάσαμε στον προορισμό μας με απίστευτη βροχή. Είχαμε τσεκάρει στο Internet ένα ωραίο ξενοδοχείο, το La Perla Negra, που ποτέ δεν καταφέραμε να βρούμε. Κάποια στιγμή, απηυδισμένοι από τη βροχή, βρήκαμε ένα ξενοδοχείο που λεγόταν Agapi. Επειδή μας έκανε κλικ το όνομα, μπήκαμε να ρωτήσουμε (όχι ότι είχαμε και πολλές επιλογές λόγω καιρού). Μάθαμε ότι το έχει ένας Έλληνας, μάλιστα Έλληνας σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από το Θεό και μείναμε. Το Agapi apartments δεν υπάρχει στο Internet. Δεν είναι τέλειο. Βρίσκεται όμως μέσα στην άγρια φύση της Κόστα Ρίκα με ό,τι αυτό συνεπάγεται (θα δείτε γιατί το λέω αυτό). Το βράδυ της ίδιας μέρας(πάντα με βροχή) είπαμε να πάμε για καμιά μπύρα. Το μπαρ που πήγαμε ήταν επιεικώς άθλιο. Παντού μεθυσμένοι και μαστουρωμένοι Αμερικάνοι ή Άγγλοι που μας σκουντούσαν στην πρώτη ευκαιρία.

Ευτυχώς όμως ξημέρωσε μια υπέροχη και εντελώς διαφορετική ημέρα. Ήλιος, καταγάλανος ουρανός και η ευκαιρία μου να μαυρίσω. Ο κακός ήταν κλεισμένος στο δωμάτιο επειδή φοβόταν για τα χρήματα που είχαμε. Η Κόστα Ρίκα δεν είναι και το πιο ασφαλές μέρος του κόσμου.Ειδικά στο Puerto Viejo ακούσαμε απίστευτες ιστορίες εγκληματικής τρέλλας; Τέλος πάντων, όταν αποφάσισε να έρθει στην πισίνα και μιλήσαμε, βρεθήκαμε μπροστά σε μια ευχάριστη έκπληξη: μια πελάτισσα του ξενοδοχείου ήταν Ελληνίδα, η Βίβιαν, η οποία φιλοξενούταν από μια άλλη Ελληνίδα, τη Μέρσα, ανιψιά του ιδιοκτήτη. Καταλαβαίνετε τη χαρά μας να βρούμε δυο Ελληνίδες στη μέση του πουθενά. Το βράδυ της ίδιας μέρας πήγαμε σ’ ένα άλλο μπαρ στο κέντρο του Puerto Viejo, πάντα με την απαραίτητη συνοδεία της βροχής. Πήραμε δυο μπύρες κι επειδή ήταν λίγο αργά συνέβη το ανεκδιήγητο: Η σερβιτόρα έχυσε τη μπύρα μου στο ποτήρι του κακού και πήρε το μπουκάλι χωρίς να ρωτήσει επειδή λέει ότι το μαγαζί θα έκλεινε και έπρεπε να μαζέψει . Με κάτι τέτοια περιστατικά πεθυμάς την Ελλάδα .

Την επόμενη μέρα, επισκεφτήκαμε μια κοντινή παραλία, την Cocles, όπου και νοστάλγησα την Ελλάδα. Η παραλία ήταν υπέροχη με λευκή άμμο και φοίνικες, αλλά τα κύματα ήταν τεράστια (Ατλαντικός βλέπετε). Ο κακός, καλά να πάθει, κατακάηκε για μια ώρα στον ήλιο και θύμιζε αστακό. Το βράδυ βγήκαμε με τις φίλες μας τις Ελληνίδες κι επειδή ήξεραν καλύτερα από εμάς τα κατατόπια, πήγαμε σ’ ένα μπαρ όπου και η μουσική ήταν καλή , και ζωντανή . Εκεί γνωρίσαμε απίστευτους ανθρώπους , ντόπιους και ξένους . Γενικά αυτό που με εκπλήσσει είναι πόσοι άνθρωποι αποφασίζουν να αλλάξουν πατρίδα , σε ένα βράδυ , και πόσοι αναζητούν την απλότητα μεταναστεύοντας και πηγαίνοντας να ζήσουν σε μια χώρα λιγότερο αναπτυγμένοι από την δική τους . Γνώρισα καναδούς , Γερμανούς , Αμερικάνους , σε ένα βράδυ που έτσι απλά αποφάσισαν να συνεχίσουν την ζωή τους στον τόπο της Κόστα Ρίκα.

Έλα όμως που άρχιζαν να με ζώνουν οι εξερευνητικές μου προθέσεις και πίεζα τον κακό να φύγουμε για να δούμε και κάποιο άλλο μέρος. Συγκεκριμένα ήθελα να πάμε στο Manuel Antonio που πρέπει να είναι το κάτι άλλο. Δυστυχώς όμως το Internet ήταν απόλυτο: οι καιρικές συνθήκες σε όλη τη χώρα ήταν άθλιες, καταιγίδες παντού και μόνο στην πλευρά του Ατλαντικού που ήμασταν εμείς ήταν κάπως καλύτερα.

Εχοντας αποδεχτεί τη μοίρα μου ότι δεν θα έβλεπα άλλο μέρος, συναντήσαμε τον ιδιοκτήτη. Μένει μόνιμα εκεί κι έρχεται στην Ελλάδα μια φορά το χρόνο. Κι επειδή κάθε κουβέντα γίνεται για καλό, μας πρότεινε να μη φύγουμε από το Puerto Viejo αν δε δούμε το Tortuguerro. Είναι ένα τροπικό δάσος με πολλά ποτάμια όπου σφύζει η πανίδα και η χλωρίδα. Η βόλτα έγινε με ένα ταχύπλοο. Ο οδηγός ήταν πολύ κατατοπιστικός. Εκεί είδα για πρώτη φορά τους βραδύποδες, είδος πιθήκων που κρέμονται σ’ ένα κλαδί ακίνητοι επί ώρες καθώς και κροκόδειλους στο φυσικό τους περιβάλλον. Σου προκαλούν δέος και δε μπορείς να μη σκεφτείς το ενδεχόμενο να τουμπάρει η βάρκα και να βρεθείς στα σαγόνια τους.

Η θαλάσσια αυτή βόλτα μας στοίχισε περίπου 50 USD το άτομο . Έχοντας γυρίσει χώρες και χώρες , πιστεύω ότι είναι απο τα πράγματα που πρέπει να κάνει ένας ταξιδευτής .

Το βράδυ αποφασίσαμε να φύγουμε παρά το κακό Internet και ό,τι ήθελε προκύψει. Η αποχαιρετιστήρια μπαρότσαρκα μας οδήγησε σ΄ ένα μπαρ όπου οι τύποι έπαιζαν μουσική από το YouTube κι όταν έμαθαν από πού είμαστε μας έβαλαν το Ζορμπά. Η συγκίνηση είναι πολύ μεγάλη να είσαι δεκαπέντε ώρες μακριά με το αεροπλάνο και να ακούς ελληνική μουσική. Αργά το βράδυ φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Ενώ πηγαίναμε ανέμελοι να μπούμε στο δωμάτιο, ο κακός έκανε βίαιη οπισθοχώρηση. Έξω από την πόρτα ήταν κουλουριασμένο ένα φίδι. Εγώ, σαν παιδί της πόλης δεν είμαι εξοικειωμένη με φίδια, έτρεξα αμέσως να φωνάξω τον Μάριο. Ο Μάριο ήταν ο ένοπλος φρουρός του ξενοδοχείου, πρώην Σαντινίστας από τη Νικαράγουα. Ευτυχώς κατάλαβε που του φώναζα αλαφιασμένη ένα συνονθύλευμα γαλλικών και ιταλικών και ήρθε με μια ομπρέλα και το σκότωσε καθησυχάζοντας μας ότι δεν ήταν επικίνδυνο . Εμείς ηρεμήσαμε – με την συνοδεία ενός καλού μπουκαλιού με κρασί . Δεν ξέρω αν ο κακός πίστεψε όλα τα περί μη επικινδυνότητας του φιδιού , εγώ τα πίστεψα . Ο Μάριο το άλλο πρωί μας είπε τελικά την αλήθεια : Το φίδι ήταν άκρως δηλητηριώδες.

To be continued….



αρθρογράφος: Goldy



δείτε περισσότερα άρθρα

 

© Cigarworld.gr - Λεωνίδας Παυλόπουλος. Υποστήριξη: webmaze